Το Αδειο Ράφι
Η ανατολική πτέρυγα μύριζε σκόνη και παλιό ξύλο.
Ο Daniel Reed στάθηκε μπροστά από τη θέση 47. Το γυαλί της προθήκης ήταν καθαρό — χαμηλή αντανάκλαση, σχεδιασμένο να μην δείχνει τον επισκέπτη. Αλλά ο Daniel είδε το πρόσωπό του. Κουρασμένο. Τα μάτια βουλιαγμένα. Είχε ξενυχτήσει ξανά, όπως κάθε βράδυ την τελευταία εβδομάδα.
Η θέση ήταν άδεια.
Η καρτέλα έγραφε: Σε συντήρηση.
Δεν θυμόταν να είχαν βγάλει τίποτα από τη 47. Κοίταξε τη σκόνη πάνω από το γυαλί — ανέπαφη. Η καρτέλα ήταν καινούργια. Τα γράμματα τυπωμένα, καθαρά, σαν να βγήκε από τον εκτυπωτή εκείνο το πρωί.
Πάτησε το ακουστικό στο αυτί του. «Sarah, η θέση 47 στην ανατολική — τι είχε μέσα;»
Η φωνή της ήταν χαμηλή, σχεδόν ψίθυρος. «Περίμενε. Τι εννοείς άδεια;»
«Ακριβώς αυτό. Άδεια. Καρτέλα συντήρησης.»
Σιωπή. Τρία δευτερόλεπτα. Μετά: «Δεν υπάρχει καμία καταχώρηση. Κανένα δανεισμό, καμία μετακίνηση, κανένα αίτημα συντήρησης. Τίποτα. Έλα κάτω.»
Ο Daniel τράβηξε το βλέμμα από το γυαλί. Ο διάδρομος ήταν άδειος. Τα φώτα χαμηλά — πρωινή ώρα, πριν ανοίξει στο κοινό. Το μουσείο είχε αυτή την περίεργη ησυχία, σαν νεκροταφείο με μάρμαρο και χρυσό. Τα βήματά του ακούγονταν δυνατά στο κενό.
Πέρασε από άλλες προθήκες. Τέσσερις. Οκτώ. Δώδεκα. Όλες γεμάτες.
Μόνο η 47.
Στο ασανσέρ πάτησε το κουμπί για το ισόγειο. Οι πόρτες έκλεισαν αργά. Κοιτούσε το πράσινο φως να ανάβει — Ισόγειο, Υπόγειο, 1, 2. Οι όροφοι περνούσαν. Η πόρτα άνοιξε.
Ο διάδρομος προς το γκισέ ήταν μακρύς. Πέρασε μπροστά από γραφεία άδεια. Μία καρέκλα είχε μείνει τραβηγμένη. Ένα καφέ μισοάδειο. Παλιό, κρύο. Κανείς δεν το είχε πιει.
Η Sarah τον περίμενε. Φορούσε τη συνηθισμένη της μαύρη ζακέτα, τα μαλλιά πιασμένα πίσω. Κοιτούσε την οθόνη της με τα μάτια μισόκλειστα.
«Το έψαξα ξανά», είπε. Τα δάχτυλά της χτύπαγαν το πληκτρολόγιο. «Δεν υπάρχει καμία καταχώρηση. Ούτε στο παλιό σύστημα. Ούτε στα χειρόγραφα αρχεία. Κανείς δεν δήλωσε τίποτα για τη 47 τις τελευταίες τρεις εβδομάδες.»
«Ποιος είχε πρόσβαση χθες βράδυ;»
«Tom, εσύ, εγώ, η Emily, η Vivian. Όλοι όσοι μπαίνουν με keycard.»
«Και ο Andrew;»
Η Sarah σταμάτησε να χτυπάει.
Γύρισε και τον κοίταξε.
«Ο Andrew λείπει τρεις μέρες», είπε. «Δεν το ήξερες;»
